Τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο γνωστός ο ρόλος της βιταμίνης D στην αντιμετώπιση της υπογονιμότητας, συγκεκριμένα, φαίνεται να εμπλέκεται σε θέματα όπως το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS), την ενδομητρίωση, τα ινομυώματα της μήτρας, την πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, την ανδρική υπογονιμότητα και τις τεχνικές εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Η βιταμίνη D επηρεάζει τη μεταφορά της γλυκόζης μέσα στα κύτταρα, επηρεάζοντας με αυτόν τον τρόπο τη συσσώρευση λίπους στο σώμα, κάτι που παρατηρείται συχνά σε γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η βιατμίνη D, φαίνεται να επηρεάζει την σωστή ανάπτυξη των ωοθηλακίων και τα ποσοστά των κυήσεων και γι’ αυτόν τον λόγο συστήνεται η προσθήκη συμπληρωμάτων βιταμίνης D στα πρωτόκολλα θεραπείας του συνδρόμου, τόσο για την βελτίωση της ινσουλινοαντοχής, όσο και για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας. Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D  παρατηρούνται συχνά σε γυναίκες με ινομυώματα μήτρας, ενώ σε άλλες μελέτες αναφέρεται σημαντική συσχέτιση μεταξύ των χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D και τον αυξημένο κίνδυνο ενδομητρίωσης. Επίσης, η ανεπάρκεια σε βιταμίνη D θεωρείται αιτιολογικός παράγοντας πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας, μέσω της άμεσης επίδρασης της στην αντιμυλλέριο ορμόνη (AMH). Η βιταμίνη D ενισχύει την παραγωγή της AMH και κατ’ επέκταση τη συντήρηση του ωοθηκικού αποθέματος.

Αντικείμενο έντονης έρευνας είναι και η επίδραση της βιταμίνης D στην ανδρική υπογονιμότητα. Φαίνεται πως τόσο χαμηλές (<20 ng/ml) όσο και υψηλές (>50 ng/ml) συγκεντρώσεις βιταμίνης D στον ορό, επηρεάζουν αρνητικά τον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Μάλιστα, οι χαμηλές συγκεντρώσεις των ανδρογόνων, μπορεί να οφείλονται, μεταξύ άλλων, και σε ανεπάρκεια βιταμίνης D.

Σχετικά με την εξωσωματική γονιμοποίηση, οι ασθενείς με φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D, φαίνεται να έχουν τετραπλάσια πιθανότητα επιτυχίας συγκριτικά με εκείνους με χαμηλά επίπεδα, αποτέλεσμα που σχετίζεται επίσης με την ωφέλιμη επίδραση της βιταμίνης στο ενδομήτριο.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το 5 έως 84% των εγκύων γυναικών παγκοσμίως, παρουσιάζουν ανεπάρκεια σε βιταμίνη D. Η ανεπάρκεια αυτή μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για επιπλοκές στην εγκυμοσύνη καθώς και δυσμενείς μεταγεννητικές επιπλοκές.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε ότι να έχουμε επάρκεια βιταμίνης D, μας είναι πραγματικά απαραίτητο. Πώς θα το καταφέρουμε όμως αυτό; Θα πρέπει να εμπλουτίσουμε την διατροφή μας με γαλακτοκομικά προϊόντα, αυγό, λιπαρά ψάρια, όπως ο σολομός, το σκουμπρί, ο τόνος και το  μουρουνέλαιο.  Η πλουσιότερη πηγή όμως είναι ο ήλιος. Η έκθεση στον ήλιο για 15 λεπτά την ημέρα τους θερινούς μήνες και για 2-3 ώρες την εβδομάδα τους χειμερινούς, κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να συνθέσει την βιταμίνη ο οργανισμός.